άγαλμα


άγαλμα

statujë

(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική το άγαλμα τα αγάλματα
Γενική του αγάλματος των αγαλμάτων
Αιτιατική το άγαλμα τα αγάλματα
Κλητική άγαλμα αγάλματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άγαλμα":
άγαλμα → wiktionary
άγαλμα → wikipedia
άγαλμα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άγαλμα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%bc%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άγαλμα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *