άλλοθι


άλλοθι

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

alibi

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άλλοθι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%bf%ce%b8%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *