άλμπουμ


άλμπουμ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

album

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άλμπουμ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bb%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bc.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *