άλογο


άλογο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kalë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το άλογο τα άλογα
γενική του αλόγου των αλόγων
αιτιατική το άλογο τα άλογα
κλητική άλογο άλογα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άλογο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *