άλογο


άλογο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kalë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το άλογο τα άλογα
γενική του αλόγου των αλόγων
αιτιατική το άλογο τα άλογα
κλητική άλογο άλογα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άλογο":
άλογο → wiktionary
άλογο → wikipedia
άλογο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άλογο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άλογο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *