άμεσος


άμεσος

(επίθετο – mbiemër)

i menjëhershëm
direkt

ενικός
ονομαστική άμεσος άμεση άμεσο
γενική άμεσου άμεσης άμεσου
αιτιατική άμεσο άμεση άμεσο
κλητική άμεσε άμεση άμεσο
πληθυντικός
ονομαστική άμεσοι άμεσες άμεσα
γενική άμεσων άμεσων άμεσων
αιτιατική άμεσους άμεσες άμεσα
κλητική άμεσοι άμεσες άμεσα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άμεσος":
άμεσος → wiktionary
άμεσος → wikipedia
άμεσος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άμεσος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άμεσος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *