άμυνα


άμυνα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

mbrojtje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η άμυνα οι άμυνες
γενική της άμυνας των αμυνών
αιτιατική την άμυνα τις άμυνες
κλητική άμυνα άμυνες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άμυνα":
άμυνα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bc%cf%85%ce%bd%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άμυνα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"άμυνα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *