άνεμος


άνεμος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

erë (që fryn)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο άνεμος οι άνεμοι
γενική του ανέμου των ανέμων
αιτιατική τον άνεμο τους ανέμους
κλητική άνεμε άνεμοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άνεμος":
άνεμος → wiktionary
άνεμος → wikipedia
άνεμος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άνεμος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%bc%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άνεμος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *