άνεργος


άνεργος

(επίθετο – mbiemër)

i papunë

ενικός
ονομαστική άνεργος άνεργη άνεργο
γενική άνεργου άνεργης άνεργου
αιτιατική άνεργο άνεργη άνεργο
κλητική άνεργε άνεργη άνεργο
πληθυντικός
ονομαστική άνεργοι άνεργες άνεργα
γενική άνεργων άνεργων άνεργων
αιτιατική άνεργους άνεργες άνεργα
κλητική άνεργοι άνεργες άνεργα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άνεργος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *