άνθρακας


άνθρακας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

qymyrguri

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο άνθρακας οι άνθρακες
γενική του άνθρακα των ανθράκων
αιτιατική τον άνθρακα τους άνθρακες
κλητική άνθρακα άνθρακες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άνθρακας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *