άνοιγμα


άνοιγμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

hapje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το άνοιγμα τα ανοίγματα
γενική του ανοίγματος των ανοιγμάτων
αιτιατική το άνοιγμα τα ανοίγματα
κλητική άνοιγμα ανοίγματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άνοιγμα":
άνοιγμα → Ελληνοπαίδεια
άνοιγμα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/άνοιγμα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%bf%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άνοιγμα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"άνοιγμα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *