άνοιξη


άνοιξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

pranverë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η άνοιξη οι ανοίξεις
γενική της άνοιξης / ανοίξεως των ανοίξεων
αιτιατική την άνοιξη τις ανοίξεις
κλητική άνοιξη ανοίξεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άνοιξη":
άνοιξη → wiktionary
άνοιξη → wikipedia
άνοιξη → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άνοιξη

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%bf%ce%b9%ce%be%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άνοιξη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *