άνορακ


άνορακ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

anorak (xhup me kapuç)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "άνορακ":
άνορακ → wiktionary
άνορακ → wikipedia
άνορακ → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/άνορακ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"άνορακ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *