άξονας


άξονας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

aks
bosht

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο άξονας οι άξονες
γενική του άξονα των αξόνων
αιτιατική τον άξονα τους άξονες
κλητική άξονα άξονες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "άξονας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ac%ce%be%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *