άρνηση


άρνηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

refuzim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η άρνηση οι αρνήσεις
γενική της αρνήσεως / άρνησης των αρνήσεων
αιτιατική την άρνηση τις αρνήσεις
κλητική άρνηση αρνήσεις
[cite]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *