αίθριο


αίθριο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

oborr i brendshëm

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αίθριο τα αίθρια
γενική του αιθρίου των αιθρίων
αιτιατική το αίθριο τα αίθρια
κλητική αίθριο αίθρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αίθριο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%af%ce%b8%cf%81%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *