αίμα


αίμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

gjak

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αίμα τα αίματα
γενική του αίματος των αιμάτων
αιτιατική το αίμα τα αίματα
κλητική αίμα αίματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αίμα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%af%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *