αίσθηση


αίσθηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ndjesi
përshtypje
kuptim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αίσθηση οι αισθήσεις
γενική της αίσθησης / αισθήσεως της αισθήσεων
αιτιατική την αίσθηση τις αισθήσεις
κλητική αίσθηση αισθήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αίσθηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%af%cf%83%ce%b8%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *