αβγοθήκη


αβγοθήκη

kufetë vezësh

(θηλυκό ουσιαστικό- emër. gjin. fem.)

πτώση ενικός πληθυντικός
Ονομαστική η αβγοθήκη οι αβγοθήκες
Γενική της αβγοθήκης των αβγοθηκών
Αιτιατική την αβγοθήκη τις αβγοθήκες
Κλητική αβγοθήκη αβγοθήκες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αβγοθήκη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b2%ce%b3%ce%bf%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *