αβγό


αβγό

vezë

(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική το αβγό τα αβγά
Γενική του αβγού των αβγών
Αιτιατική το αβγό τα αβγά
Κλητική αβγό αβγά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αβγό":
αβγό → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b2%ce%b3%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αβγό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αβγό"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *