αβοκάντο


αβοκάντο

avokado

 

(ουσιαστικό ουδέτερο – emër. gjin. asnj.)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αβοκάντο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b2%ce%bf%ce%ba%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *