αβοκάντο


αβοκάντο

avokado

 

(ουσιαστικό ουδέτερο – emër. gjin. asnj.)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αβοκάντο":
αβοκάντο → wiktionary
αβοκάντο → wikipedia
αβοκάντο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αβοκάντο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b2%ce%bf%ce%ba%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αβοκάντο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *