αγαπημένος


αγαπημένος

i dashur

(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική ο αγαπημένος οι αγαπημένοι
Γενική του αγαπημένου των αγαπημένων
Αιτιατική τον αγαπημένο τους αγαπημένος
Κλητική αγαπημένος αγαπημένοι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αγαπημένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *