αγιόκλημα


αγιόκλημα

dorëzonjë
lulemustak

(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
Ονομαστική το αγιόκλημα τα αγιοκλήματα
Γενική του αγιοκλήματος των αγιοκλημάτων
Αιτιατική το αγιόκλημα τα αγιοκλήματα
Κλητική αγιόκλημα αγιοκλήματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αγιόκλημα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%ba%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *