αγκολέζικος


αγκολέζικος

(mbiem.)
angolez

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αγκολέζικος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *