Αιθίοπας


Αιθίοπας

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

etiopian

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Αιθίοπας οι Αιθίοπες
γενική του Αιθίοπα των Αιθιόπων
αιτιατική τον Αιθίοπα τους Αιθίοπες
κλητική Αιθίοπα Αιθίοπες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Αιθίοπας":
Αιθίοπας → wiktionary
Αιθίοπας → wikipedia
Αιθίοπας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Αιθίοπας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b9%ce%b8%ce%af%ce%bf%cf%80%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Αιθίοπας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *