αιμορροΐδες


αιμορροΐδες

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

hemorroide

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αιμορροΐδα οι αιμορροΐδες
γενική της αιμορροΐδας των αιμορροΐδων
αιτιατική την αιμορροΐδα τις αιμορροΐδες
κλητική αιμορροΐδα αιμορροΐδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αιμορροΐδες":
αιμορροΐδες → wiktionary
αιμορροΐδες → wikipedia
αιμορροΐδες → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αιμορροΐδες

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%81%cf%81%ce%bf%ce%90%ce%b4%ce%b5%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αιμορροΐδες," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *