αιτία


αιτία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

shkak

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αιτία οι αιτίες
γενική της αιτίας των αιτιών
αιτιατική την αιτία τις αιτίες
κλητική αιτία αιτίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αιτία":
αιτία → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αιτία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αιτία"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *