αιώνας


αιώνας

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

shekull

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αιώνας οι αιώνες
γενική του αιώνα των αιώνων
αιτιατική τον αιώνα τους αιώνες
κλητική αιώνα αιώνες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αιώνας," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%b9%cf%8e%ce%bd%ce%b1%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *