ακατάστατος


ακατάστατος

(επίθετο – mbiemër)

i çrregullt

ενικός
ονομαστική ακατάστατος ακατάστατη ακατάστατο
γενική ακατάστατου ακατάστατης ακατάστατου
αιτιατική ακατάστατο ακατάστατη ακατάστατο
κλητική ακατάστατε ακατάστατη ακατάστατο
πληθυντικός
ονομαστική ακατάστατοι ακατάστατες ακατάστατα
γενική ακατάστατων ακατάστατων ακατάστατων
αιτιατική ακατάστατους ακατάστατες ακατάστατα
κλητική ακατάστατοι ακατάστατες ακατάστατα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ακατάστατος":
ακατάστατος → Ελληνοπαίδεια
ακατάστατος → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/ακατάστατος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ακατάστατος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ακατάστατος"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *