αλήθεια


αλήθεια

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

e vërteta

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αλήθεια οι αλήθειες
γενική της αλήθειας των αληθειών
αιτιατική την αλήθεια τις αλήθειες
κλητική αλήθεια αλήθειες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αλήθεια":
αλήθεια → wiktionary
αλήθεια → wikipedia
αλήθεια → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αλήθεια

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αλήθεια," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *