Αλγερινός


Αλγερινός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

Algjerian

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Αλγερινός οι Αλγερινοί
γενική του Αλγερινού των Αλγερινών
αιτιατική τον Αλγερινό τους Αλγερινούς
κλητική Αλγερινέ Αλγερινοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Αλγερινός":
Αλγερινός → wiktionary
Αλγερινός → wikipedia
Αλγερινός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Αλγερινός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Αλγερινός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *