αλεξίπτωτο


αλεξίπτωτο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

parashutë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αλεξίπτωτο τα αλεξίπτωτα
γενική του αλεξιπτώτου / αλεξίπτωτου των αλεξιπτώτων / αλεξίπτωτων
αιτιατική το αλεξίπτωτο τα αλεξίπτωτα
κλητική αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αλεξίπτωτο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%af%cf%80%cf%84%cf%89%cf%84%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *