αλεξίπτωτο


αλεξίπτωτο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

parashutë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αλεξίπτωτο τα αλεξίπτωτα
γενική του αλεξιπτώτου / αλεξίπτωτου των αλεξιπτώτων / αλεξίπτωτων
αιτιατική το αλεξίπτωτο τα αλεξίπτωτα
κλητική αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αλεξίπτωτο":
αλεξίπτωτο → wiktionary
αλεξίπτωτο → wikipedia
αλεξίπτωτο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αλεξίπτωτο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%af%cf%80%cf%84%cf%89%cf%84%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αλεξίπτωτο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *