Αλλάχ


Αλλάχ

( άκλιτο αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk. e palakueshme)

Allah

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "Αλλάχ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%ac%cf%87.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *