αλλαγή


αλλαγή

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ndryshim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αλλαγή οι αλλαγές
γενική της αλλαγής των αλλαγών
αιτιατική την αλλαγή τις αλλαγές
κλητική αλλαγή αλλαγές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αλλαγή":
αλλαγή → wiktionary
αλλαγή → wikipedia
αλλαγή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αλλαγή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αλλαγή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *