αλλεργία


αλλεργία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

alergji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αλλεργία οι αλλεργίες
γενική της αλλεργίας των αλλεργιών
αιτιατική την αλλεργία τις αλλεργίες
κλητική αλλεργία αλλεργίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αλλεργία":
αλλεργία → wiktionary
αλλεργία → wikipedia
αλλεργία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αλλεργία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αλλεργία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *