αλληλογραφία


αλληλογραφία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

korrespondencë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αλληλογραφία οι αλληλογραφίες
γενική της αλληλογραφίας των αλληλογραφιών
αιτιατική την αλληλογραφία τις αλληλογραφίες
κλητική αλληλογραφία αλληλογραφίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αλληλογραφία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bb%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *