αλφάβητο


αλφάβητο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

alfabet

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το αλφάβητο τα αλφάβητα
γενική του αλφαβήτου των αλφαβήτων
αιτιατική του αλφάβητο τα αλφάβητα
κλητική αλφάβητο αλφάβητα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αλφάβητο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bb%cf%86%ce%ac%ce%b2%ce%b7%cf%84%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *