Αμερική


Αμερική

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

Amerikë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η Αμερική
γενική της Αμερικής
αιτιατική την Αμερική
κλητική Αμερική

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Αμερική":
Αμερική → wiktionary
Αμερική → wikipedia
Αμερική → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Αμερική

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Αμερική," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *