αμμόλοφος


αμμόλοφος

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

dunë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο αμμόλοφος οι αμμόλοφοι
γενική του αμμόλοφου των αμμόλοφων
αιτιατική τον αμμόλοφο τους αμμόλοφους
κλητική αμμόλοφε αμμόλοφοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμμόλοφος":
αμμόλοφος → wiktionary
αμμόλοφος → wikipedia
αμμόλοφος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αμμόλοφος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%ce%bc%cf%8c%ce%bb%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμμόλοφος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *