αμυγδαλίτιδα


αμυγδαλίτιδα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

grykët
angjinë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αμυγδαλίτιδα οι αμυγδαλίτιδες
γενική της αμυγδαλίτιδας των αμυγδαλίτιδων
αιτιατική την αμυγδαλίτιδα τις αμυγδαλίτιδες
κλητική αμυγδαλίτιδα αμυγδαλίτιδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμυγδαλίτιδα":
αμυγδαλίτιδα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%85%ce%b3%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%af%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμυγδαλίτιδα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"αμυγδαλίτιδα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *