αμφιβολία


αμφιβολία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

dyshim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αμφιβολία οι αμφιβολίες
γενική της αμφιβολίας των αμφιβολιών
αιτιατική την αμφιβολία τις αμφιβολίες
κλητική αμφιβολία αμφιβολίες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αμφιβολία":
αμφιβολία → wiktionary
αμφιβολία → wikipedia
αμφιβολία → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αμφιβολία

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bc%cf%86%ce%b9%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%af%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αμφιβολία," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *