ανάμνηση


ανάμνηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kujtim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανάμνηση οι αναμνήσεις
γενική της ανάμνησης / αναμνήσεως των αναμνήσεων
αιτιατική την ανάμνηση τις αναμνήσεις
κλητική ανάμνηση αναμνήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανάμνηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%bc%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *