ανάπτυξη


ανάπτυξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

zhvillim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανάπτυξη οι αναπτύξεις
γενική της ανάπτυξης / αναπτύξεως των αναπτύξεων
αιτιατική την ανάπτυξη τις αναπτύξεις
κλητική ανάπτυξη αναπτύξεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανάπτυξη":
ανάπτυξη → wiktionary
ανάπτυξη → wikipedia
ανάπτυξη → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανάπτυξη

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%80%cf%84%cf%85%ce%be%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανάπτυξη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *