ανάπτυξη


ανάπτυξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

zhvillim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανάπτυξη οι αναπτύξεις
γενική της ανάπτυξης / αναπτύξεως των αναπτύξεων
αιτιατική την ανάπτυξη τις αναπτύξεις
κλητική ανάπτυξη αναπτύξεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανάπτυξη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%80%cf%84%cf%85%ce%be%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *