ανάφλεξη


ανάφλεξη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

ndezje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανάφλεξη οι αναφλέξεις
γενική της αναφλέξεως / ανάφλεξης των αναφλέξεων
αιτιατική την ανάφλεξη τις αναφλέξεις
κλητική ανάφλεξη αναφλέξεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανάφλεξη":
ανάφλεξη → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%86%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανάφλεξη," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ανάφλεξη"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *