ανάχωμα


ανάχωμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

argjinaturë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ανάχωμα τα αναχώματα
γενική του αναχώματος των αναχωμάτων
αιτιατική το ανάχωμα τα αναχώματα
κλητική ανάχωμα αναχώματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανάχωμα":
ανάχωμα → Ελληνοπαίδεια
Cito:
Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%87%cf%89%ce%bc%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανάχωμα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ανάχωμα"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *