ανήσυχος


ανήσυχος

(επίθετο – mbiemër)

i shqetësuar

ενικός
ονομαστική ανήσυχος ανήσυχη ανήσυχο
γενική ανήσυχου ανήσυχης ανήσυχου
αιτιατική ανήσυχο ανήσυχη ανήσυχο
κλητική ανήσυχε ανήσυχη ανήσυχο
πληθυντικός
ονομαστική ανήσυχοι ανήσυχες ανήσυχα
γενική ανήσυχων ανήσυχων ανήσυχων
αιτιατική ανήσυχους ανήσυχες ανήσυχα
κλητική ανήσυχοι ανήσυχες ανήσυχα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανήσυχος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%ae%cf%83%cf%85%cf%87%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *