αναγόρευση


αναγόρευση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

emërim
nominim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναγόρευση οι αναγορεύσεις
γενική της αναγόρευσης / αναγορεύσεως των αναγορεύσεων
αιτιατική την αναγόρευση τις αναγορεύσεις
κλητική αναγόρευση αναγορεύσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναγόρευση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%cf%8c%cf%81%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *