αναγόρευση


αναγόρευση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

emërim
nominim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναγόρευση οι αναγορεύσεις
γενική της αναγόρευσης / αναγορεύσεως των αναγορεύσεων
αιτιατική την αναγόρευση τις αναγορεύσεις
κλητική αναγόρευση αναγορεύσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναγόρευση":
αναγόρευση → wiktionary
αναγόρευση → wikipedia
αναγόρευση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναγόρευση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%cf%8c%cf%81%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναγόρευση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *