αναζήτηση


αναζήτηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kërkim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναζήτηση οι αναζητήσεις
γενική της αναζήτησης / αναζητήσεως των αναζητήσεων
αιτιατική την αναζήτηση τις αναζητήσεις
κλητική αναζήτηση αναζητήσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "αναζήτηση":
αναζήτηση → wiktionary
αναζήτηση → wikipedia
αναζήτηση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/αναζήτηση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"αναζήτηση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *