ανακούφιση


ανακούφιση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

lehtësim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανακούφιση οι ανακουφίσεις
γενική της ανακούφισης / ανακουφίσεως των ανακουφίσεων
αιτιατική την ανακούφιση τις ανακουφίσεις
κλητική ανακούφιση ανακουφίσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ανακούφιση":
ανακούφιση → wiktionary
ανακούφιση → wikipedia
ανακούφιση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ανακούφιση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%8d%cf%86%ce%b9%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ανακούφιση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *