ανακούφιση


ανακούφιση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

lehtësim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανακούφιση οι ανακουφίσεις
γενική της ανακούφισης / ανακουφίσεως των ανακουφίσεων
αιτιατική την ανακούφιση τις ανακουφίσεις
κλητική ανακούφιση ανακουφίσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανακούφιση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%8d%cf%86%ce%b9%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *