ανακύκλωση


ανακύκλωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

riciklim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ανακύκλωση οι ανακυκλώσεις
γενική της ανακύκλωσης / ανακυκλώσεως των ανακυκλώσεων
αιτιατική την ανακύκλωση τις ανακυκλώσεις
κλητική ανακύκλωση ανακυκλώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "ανακύκλωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *