αναλογία


αναλογία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

raport

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η αναλογία οι αναλογίες
γενική της αναλογίας των αναλογιών
αιτιατική την αναλογία τις αναλογίες
κλητική αναλογία αναλογίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "αναλογία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *